Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fluster
01
σαστίζω, αναστατώνω
to make someone feel nervous or uncomfortable, often by surprising or overwhelming them
Transitive: to fluster sb
Παραδείγματα
The last-minute presentation request flustered the employee, who had to scramble to prepare.
Το αίτημα για παρουσίαση στην τελευταία στιγμή σύγχυσε τον υπάλληλο, που έπρεπε να βιαστεί να προετοιμαστεί.
02
αναστατώνομαι, μπερδεύομαι
to become nervous, confused, or rushed
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
fluster
γ΄ ενικό πρόσωπο
flusters
ενεστώτα μετοχή
flustering
απλός αόριστος
flustered
παθητική μετοχή
flustered
Παραδείγματα
She flustered as she tried to finish the project before the deadline.
Ανησύχησε καθώς προσπαθούσε να ολοκληρώσει το έργο πριν από την προθεσμία.
Fluster
01
αγωνία, σύγχυση
a disposition that is confused or nervous and upset
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
flustered
fluster



























