Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fluster
01
σαστίζω, αναστατώνω
to make someone feel nervous or uncomfortable, often by surprising or overwhelming them
Transitive: to fluster sb
Παραδείγματα
The unexpected question from her professor flustered the student and she struggled to articulate her answer.
Η απρόσμενη ερώτηση από τον καθηγητή της σαστίσε τη φοιτήτρια και αυτή δυσκολεύτηκε να διατυπώσει την απάντησή της.
02
αναστατώνομαι, μπερδεύομαι
to become nervous, confused, or rushed
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
fluster
γ΄ ενικό πρόσωπο
flusters
ενεστώτα μετοχή
flustering
απλός αόριστος
flustered
παθητική μετοχή
flustered
Παραδείγματα
She flustered when she couldn't find her keys.
Ανησύχησε όταν δεν μπορούσε να βρει τα κλειδιά της.
Fluster
01
αγωνία, σύγχυση
a disposition that is confused or nervous and upset
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flusters
Λεξικό Δέντρο
flustered
fluster



























