to fluster
flus
ˈflʌs
flas
ter
flutter

Ορισμός και σημασία του "fluster"στα αγγλικά

to fluster
01

σαστίζω, αναστατώνω

to make someone feel nervous or uncomfortable, often by surprising or overwhelming them 
Transitive: to fluster sb
to fluster definition and meaning
Παραδείγματα
The unexpected question from her professor flustered the student and she struggled to articulate her answer. 

Η απρόσμενη ερώτηση από τον καθηγητή της σαστίσε τη φοιτήτρια και αυτή δυσκολεύτηκε να διατυπώσει την απάντησή της.

02

αναστατώνομαι, μπερδεύομαι

to become nervous, confused, or rushed 
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
fluster
γ΄ ενικό πρόσωπο
flusters
ενεστώτα μετοχή
flustering
απλός αόριστος
flustered
παθητική μετοχή
flustered
Παραδείγματα
She flustered when she couldn't find her keys. 

Ανησύχησε όταν δεν μπορούσε να βρει τα κλειδιά της.

01

αγωνία, σύγχυση

a disposition that is confused or nervous and upset 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flusters
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store