Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fluency
01
ευχέρεια, κατακτημένη γνώση
the quality of being able to speak or write very well and easily in a foreign language
Παραδείγματα
He spoke with such fluency that no one realized it was n’t his native language.
Μίλησε με τόση ευχέρεια που κανείς δεν συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν η μητρική του γλώσσα.
02
ευχέρεια, κατοχή
skillfulness in speaking or writing
03
ευχέρεια, κατακτημένος
powerful and effective language
Λεξικό Δέντρο
disfluency
fluency
flu



























