fluency
fluen
ˈflu:ən
flooēn
cy
si
si
truancy

Ορισμός και σημασία του "fluency"στα αγγλικά

01

ευχέρεια, κατακτημένη γνώση

the quality of being able to speak or write very well and easily in a foreign language 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fluencies
Παραδείγματα
She achieved fluency in Spanish after living in Mexico for two years. 

Κέρδισε ευχέρεια στα ισπανικά μετά από δύο χρόνια διαμονής στο Μεξικό.

02

ευχέρεια, κατοχή

skillfulness in speaking or writing 
03

ευχέρεια, κατακτημένος

powerful and effective language 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

disfluency
fluency
flu
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store