Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Flue
01
καπνοδόχος, καμινάδα
a conduit to carry off smoke
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flues
02
αεραγωγός, κανάλι αέρα
a narrow air channel in a wind instrument connected to the lip
Παραδείγματα
The musician carefully cleaned the flue of his flute to maintain its sound quality.
Ο μουσικός καθάρισε προσεκτικά τον αεραγωγό του φλάουτου για να διατηρήσει την ποιότητα του ήχου.
03
πτερύγιο άγκυρας, λεπίδα άγκυρας
flat bladelike projection on the arm of an anchor



























