Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Flowing
01
ροή, ρεύμα
the natural movement or behavior of a liquid or gas as it moves from one place to another
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flowings
Παραδείγματα
The flowing of lava reshaped the landscape.
Η ροή της λάβας αναδιαμόρφωσε το τοπίο.
flowing
01
ρευστός, αεροδυναμικός
shaped or structured to allow air, water, or other fluids to move smoothly with minimal obstruction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most flowing
συγκριτικός βαθμός
more flowing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The car’s flowing design reduces air drag.
Το ρευστό σχέδιο του αυτοκινήτου μειώνει την αντίσταση του αέρα.
02
ρευστός, συνεχής
smooth and continuous without interruption
Παραδείγματα
The author’s flowing prose made the novel easy to read.
Η ρεουσα πεζογραφία του συγγραφέα έκανε το μυθιστόρημα εύκολο στην ανάγνωση.
Λεξικό Δέντρο
flowing
flow



























