flower girl
flower
flaʊə
φλαουε
girl
gɜ:l
γκερλ

Ορισμός και σημασία του "flower girl"στα αγγλικά

01

κορίτσι με λουλούδια, νυφούλα

a young girl who throws flower petals in front of a bride at a wedding 
flower girl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
flower girls
θηλυκό ενικό
flower girl
neutral form
flower attendant
Παραδείγματα
The flower girl looked adorable in her white dress and floral crown as she walked down the aisle. 

Η νυφούλα φαινόταν αξιολάτρευτη στο λευκό της φόρεμα και το λουλούδινο στέμμα καθώς περπατούσε στο διάδρομο.

02

ανθοπώλισσα, πωλήτρια λουλουδιών στο δρόμο

a woman who sells flowers in public places, often on the street 
Παραδείγματα
The flower girl offered roses to passersby. 

Η ανθοπώλιδα προσέφερε τριαντάφυλλα στους περαστικούς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store