flounce
flounce
flaʊns
φλαουνσ
/flˈa‍ʊns/

Ορισμός και σημασία του "flounce"στα αγγλικά

01

φλάντζα, δαντέλα

a strip or piece of fabric that is gathered, pleated, or ruffled and attached to a garment, creating a flowing or decorative effect
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flounces
02

το υπερβολικά σπασμωδικό περπάτημα, οι υπερβολικά σπασμωδικές κινήσεις

the act of walking with exaggerated jerky motions
to flounce
01

περπατώ με έμφαση, περπατώ με επιδεικτικότητα

walk emphatically
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
flounce
γ΄ ενικό πρόσωπο
flounces
ενεστώτα μετοχή
flouncing
απλός αόριστος
flounced
παθητική μετοχή
flounced
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store