flotsam
flot
ˈflɒt
φλοτ
sam
səm
σαμ

Ορισμός και σημασία του "flotsam"στα αγγλικά

01

ναυάγιο, επιπλέοντα συντρίμμια

the wreckage from a ship or its cargo that floats on the surface of the water or is washed ashore by the sea 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
After the storm, the beach was littered with flotsam from the sunken ship, including pieces of wood and crates. 

Μετά την καταιγίδα, η παραλία ήταν γεμάτη επιπλέοντα ερείπια από το βυθισμένο πλοίο, συμπεριλαμβανομένων ξύλινων κομματιών και κιβωτίων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store