Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Floodlight
01
προβολέας, φάρος
a large lamp that produces a powerful beam of light used for lighting areas such as sports grounds or the outside of buildings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
floodlights
Παραδείγματα
The tennis court was brightly lit with floodlights, allowing players to continue their match well into the evening.
Το γήπεδο τένις ήταν φωτισμένο με προβολείς, επιτρέποντας στους παίκτες να συνεχίσουν το παιχνίδι τους μέχρι αργά το βράδυ.
to floodlight
01
φωτίζω με προβολείς, φωταγωγώ με ισχυρά φώτα
to illuminate a space, object, or area with a broad, powerful beam of light
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
floodlight
γ΄ ενικό πρόσωπο
floodlights
ενεστώτα μετοχή
floodlighting
απλός αόριστος
floodlighted
παθητική μετοχή
floodlighted
Παραδείγματα
Security cameras monitor areas that are floodlighted at night.
Οι κάμερες ασφαλείας παρακολουθούν περιοχές που φωτίζονται με προβολείς τη νύχτα.
Λεξικό Δέντρο
floodlight
flood
light



























