flooding
floo
ˈflʌ
fla
ding
dɪng
ding
floatingflooringflogging

Ορισμός και σημασία του "flooding"στα αγγλικά

01

πλημμύρα

the fact or presence of water covering a part of land that is typically dry 
flooding definition and meaning
Παραδείγματα
The heavy rain led to severe flooding in low-lying areas near the river. 

Η καταρρακτώδης βροχή οδήγησε σε σοβαρές πλημμύρες σε χαμηλές περιοχές κοντά στο ποτάμι.

02

θεραπεία πλημμύρας, μαζική έκθεση

a behavior therapy method in which a person is repeatedly exposed to a particular stimulus until they become either desensitized or develop aversion 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
floodings
Παραδείγματα
The therapist used flooding to help the patient overcome a fear of spiders. 

Ο θεραπευτής χρησιμοποίησε πλημμύρισμα για να βοηθήσει τον ασθενή να ξεπεράσει τον φόβο για τις αράχνες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store