Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Flooding
01
πλημμύρα
the fact or presence of water covering a part of land that is typically dry
Παραδείγματα
The heavy rain led to severe flooding in low-lying areas near the river.
Η καταρρακτώδης βροχή οδήγησε σε σοβαρές πλημμύρες σε χαμηλές περιοχές κοντά στο ποτάμι.
02
θεραπεία πλημμύρας, μαζική έκθεση
a behavior therapy method in which a person is repeatedly exposed to a particular stimulus until they become either desensitized or develop aversion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
floodings
Παραδείγματα
The therapist used flooding to help the patient overcome a fear of spiders.
Ο θεραπευτής χρησιμοποίησε πλημμύρισμα για να βοηθήσει τον ασθενή να ξεπεράσει τον φόβο για τις αράχνες.
Λεξικό Δέντρο
flooding
flood



























