floodgate
flood
ˈflʌd
flad
gate
ˌgeɪt
geit
/flˈʌdɡe‍ɪt/

Ορισμός και σημασία του "floodgate"στα αγγλικά

01

πύλη πλημμύρας, υδατοφράκτης

a barrier or gate used to control the flow of water through a channel or sluice
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
floodgates
Παραδείγματα
The floodgate helps manage water levels in the reservoir.
Η πύλη πλημμύρας βοηθά στη διαχείριση των επιπέδων νερού στη δεξαμενή.
02

πύλη ελέγχου πλημμύρας, φράγμα περιορισμού

something that restrains a flood or outpouring
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store