Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Abolition
01
κατάργηση
the act of formally and completely ending a system, practice, institution, or law
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
abolitions
Παραδείγματα
The abolition of slavery in the 19th century marked a significant milestone in the fight for human rights.
Η κατάργηση της δουλείας τον 19ο αιώνα σημάδεψε ένα σημαντικό ορόσημο στον αγώνα για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Λεξικό Δέντρο
abolitionism
abolitionist
abolition
abolish



























