floating
Pronunciation
/ˈfɫoʊtɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "floating"στα αγγλικά

01

επιπλέων, που επιπλέει

borne up by or suspended in a liquid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most floating
συγκριτικός βαθμός
more floating
διαβαθμίσιμο
02

επιπλέων, παρασυρόμενος

inclined to move or be moved about
03

επιπλέων, απροσδιόριστος

not definitely committed to a party or policy
04

επιπλέων, κινητός

(of a part of the body) not firmly connected; movable or out of normal position
05

επιπλέων, ασταθής

continually changing especially as from one abode or occupation to another
01

επιπλέων, πλεύση

the act of someone who floats on the water
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
floatings
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store