Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
floating
01
επιπλέων, που επιπλέει
borne up by or suspended in a liquid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most floating
συγκριτικός βαθμός
more floating
διαβαθμίσιμο
02
επιπλέων, παρασυρόμενος
inclined to move or be moved about
03
επιπλέων, απροσδιόριστος
not definitely committed to a party or policy
04
επιπλέων, κινητός
(of a part of the body) not firmly connected; movable or out of normal position
05
επιπλέων, ασταθής
continually changing especially as from one abode or occupation to another
Floating
01
επιπλέων, πλεύση
the act of someone who floats on the water
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
floatings
Λεξικό Δέντρο
floating
float



























