Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to abolish
01
καταργώ, εκμηδενίζω
to officially put an end to a law, activity, or system
Transitive: to abolish a law or system
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
abolish
γ΄ ενικό πρόσωπο
abolishes
ενεστώτα μετοχή
abolishing
απλός αόριστος
abolished
παθητική μετοχή
abolished
Παραδείγματα
The government decided to abolish the death penalty.
Η κυβέρνηση αποφάσισε να καταργήσει τη θανατική ποινή.
Λεξικό Δέντρο
abolishable
abolishment
abolition
abolish



























