to abolish
a
ə
ē
bo
ˈbɒ
bo
lish
lɪʃ
lish
demolish

Ορισμός και σημασία του "abolish"στα αγγλικά

to abolish
01

καταργώ, εκμηδενίζω

to officially put an end to a law, activity, or system 
Transitive: to abolish a law or system
to abolish definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
abolish
γ΄ ενικό πρόσωπο
abolishes
ενεστώτα μετοχή
abolishing
απλός αόριστος
abolished
παθητική μετοχή
abolished
Παραδείγματα
The government decided to abolish the death penalty. 

Η κυβέρνηση αποφάσισε να καταργήσει τη θανατική ποινή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

abolishable
abolishment
abolition
abolish
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store