flatulence
fla
ˈflæ
flā
tu
tjʊ
tyoo
lence
ləns
lēns

Ορισμός και σημασία του "flatulence"στα αγγλικά

01

φρασεολογία, μεγαλορρημοσύνη

pretentious or pompous speech or writing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

μετεωρισμός, φούσκωμα

an accumulation of an excessive amount of gas in the alimentary canal 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store