flatbread
flat
ˈflæt
flāt
bread
brɛd
bred
flatbrod

Ορισμός και σημασία του "flatbread"στα αγγλικά

01

επίπεδο ψωμί, πίτα

flat and thin type of bread that contains no yeast 
flatbread definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
flatbreads
Παραδείγματα
She made flatbread to serve with the hummus and vegetables. 

Έφτιαξε επίπεδο ψωμί για να σερβίρει με το χούμους και τα λαχανικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

flatbread

flat

+

bread

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store