Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flare out
01
πλαταίνω, ανοίγω
become flared and widen, usually at one end
γραμματικές πληροφορίες
ομαλό
ενεστώτας
flaring out
απλός αόριστος
flared out
παθητική μετοχή
flared out
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
πλαταίνω, ανοίγω