to flare out
flare
fleər
φλερ
out
aʊt
αουτ

Ορισμός και σημασία του "flare out"στα αγγλικά

to flare out
01

πλαταίνω, ανοίγω

become flared and widen, usually at one end 
γραμματικές πληροφορίες
ομαλό
ενεστώτας
flaring out
απλός αόριστος
flared out
παθητική μετοχή
flared out

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store