Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Flame
01
φλόγα, φωτιά
the process of combustion of inflammable materials producing heat and light and (often) smoke
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flames
02
φλόγα, προσβλητικό email
(computing) an offensive or violent e-mail sent to someone usually in quick response
to flame
01
φλέγομαι, καίω λαμπρά
to burn brightly in a hot gas
Intransitive
Παραδείγματα
The campfire flamed brightly, illuminating the surrounding area.
Η φωτιά της κατασκήνωσης φλέγονταν λαμπρά, φωτίζοντας την περιβάλλουσα περιοχή.
02
φλεγμαίνω, στέλνω ένα προσβλητικό ή κακοποιητικό μήνυμα
(computing) to send an offensive or abusive message to someone over the internet
Transitive: to flame sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
flame
γ΄ ενικό πρόσωπο
flames
ενεστώτα μετοχή
flaming
απλός αόριστος
flamed
παθητική μετοχή
flamed
Παραδείγματα
He flamed the user in the chatroom after their argument.
Φλέιμαρε τον χρήστη στο chatroom μετά τη διαμάχη τους.
03
φλέγομαι, λάμπω
to shine or glow brightly
Intransitive
Παραδείγματα
The candle flamed brightly, casting a warm glow across the room.
Το κερί έφλεγε λαμπρά, ρίχνοντας μια ζεστή λάμψη σε όλο το δωμάτιο.
flame
01
φλογερός, φλογώδης
having a bright and fiery shade of orange with a vivid and intense tone, resembling the color of a roaring fire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
flamest
συγκριτικός βαθμός
flamer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sunset painted the sky in brilliant flame hues.
Το ηλιοβασίλεμα έβαψε τον ουρανό σε λαμπερές φλογερές αποχρώσεις.
Λεξικό Δέντρο
flammable
flame



























