fizz
fizz
fɪz
fiz
frizz

Ορισμός και σημασία του "fizz"στα αγγλικά

01

ανθρακούχο ποτό, σόδα με γεύση χυμού φρούτων ή εκχυλίσματα

a carbonated drink that is similar to soda, often flavored with fruit juices or extracts, and often served over ice 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fizzes
to fizz
01

αφρίζω, φουσκώνω

become bubbly or frothy or foaming 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fizz
γ΄ ενικό πρόσωπο
fizzes
ενεστώτα μετοχή
fizzing
απλός αόριστος
fizzed
παθητική μετοχή
fizzed

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

fizzy
fizz
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store