fixative
fix
ˈfɪk
fik
a
tive
tɪv
tiv

Ορισμός και σημασία του "fixative"στα αγγλικά

01

σταθεροποιητικό, παγιωτικό μέσο

a chemical substance that is used on drawings to fix colors or prevent stains 
fixative definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fixatives
02

σταθεροποιητικό, παράγοντας σταθεροποίησης

a compound (such as ethanol or formaldehyde) that fixes tissues and cells for microscopic study 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

fixative
fix
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store