Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fixative
01
σταθεροποιητικό, παγιωτικό μέσο
a chemical substance that is used on drawings to fix colors or prevent stains
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fixatives
02
σταθεροποιητικό, παράγοντας σταθεροποίησης
a compound (such as ethanol or formaldehyde) that fixes tissues and cells for microscopic study
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
fixative
fix



























