Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fit out
01
εξοπλίζω, ντύνω
provide with clothes or put clothes on
02
εξοπλίζω, προμηθεύω
provide with (something) usually for a specific purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
fit
ενεστώτας
fit out
γ΄ ενικό πρόσωπο
fits out
ενεστώτα μετοχή
fitting out
απλός αόριστος
fitted out
παθητική μετοχή
fitted out



























