to fit out
Pronunciation
/fˈɪt ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "fit out"στα αγγλικά

to fit out
01

εξοπλίζω, ντύνω

provide with clothes or put clothes on
to fit out definition and meaning
02

εξοπλίζω, προμηθεύω

provide with (something) usually for a specific purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
fit
ενεστώτας
fit out
γ΄ ενικό πρόσωπο
fits out
ενεστώτα μετοχή
fitting out
απλός αόριστος
fitted out
παθητική μετοχή
fitted out
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store