Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fish finger
01
ψαροδάχτυλο, ψαρομπαστούνι
a long fillet of fish breaded and fried
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fish fingers
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ψαροδάχτυλο, ψαρομπαστούνι