first class
first
fɜ:st
fēst
class
klɑ:s
klaas

Ορισμός και σημασία του "first class"στα αγγλικά

01

πρώτη θέση

the most luxurious seats on a plane, ship, or train 
first class definition and meaning
Παραδείγματα
She enjoyed the spacious first class seating on her flight to Paris. 

Απόλαυσε τους ευρύχωρους καθίσματα στην πρώτη θέση κατά τη διάρκεια της πτήσης της για το Παρίσι.

02

πρώτη τάξη

the highest rank in a classification 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
first classes
03

πρώτη τάξη

mail that includes letters and postcards and packages sealed against inspection 
first class
01

πρώτης τάξης

by first class conveyance; with first class accommodations 
γραμματικές πληροφορίες
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store