Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
first-year
01
πρώτη χρονιά
used of a person in the first year of an experience (especially in United States high school or college)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
πρώτη χρονιά