firewood
fire
ˈfaɪə
faie
wood
wʊd
vood

Ορισμός και σημασία του "firewood"στα αγγλικά

01

καυσόξυλα, ξύλα για καύση

wood that is cut and used as fuel for a fire 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
firewood
Παραδείγματα
They gathered firewood to keep the cabin warm during winter. 

Μάζεψαν καυσόξυλα για να κρατήσουν τη καλύβα ζεστή το χειμώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store