fire up
fire
faɪər
φαιαρ
up
ʌp
απ
/fˈaɪəɹ ˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "fire up"στα αγγλικά

to fire up
01

ενθουσιάζω, παροτρύνω

to make someone excited, enthusiastic, or motivated, often for a particular purpose or activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
fire
ενεστώτας
fire up
γ΄ ενικό πρόσωπο
fires up
ενεστώτα μετοχή
firing up
απλός αόριστος
fired up
παθητική μετοχή
fired up
Παραδείγματα
She always knows how to fire up the team with her positive attitude.
Πάντα ξέρει πώς να ενθουσιάσει την ομάδα με τη θετική της στάση.
02

ανάβω, αρχίζω να καπνίζω

begin to smoke
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store