Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fire up
01
ενθουσιάζω, παροτρύνω
to make someone excited, enthusiastic, or motivated, often for a particular purpose or activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
fire
ενεστώτας
fire up
γ΄ ενικό πρόσωπο
fires up
ενεστώτα μετοχή
firing up
απλός αόριστος
fired up
παθητική μετοχή
fired up
Παραδείγματα
She always knows how to fire up the team with her positive attitude.
Πάντα ξέρει πώς να ενθουσιάσει την ομάδα με τη θετική της στάση.
02
ανάβω, αρχίζω να καπνίζω
begin to smoke



























