to fire up
fire
faɪə
faie
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "fire up"στα αγγλικά

to fire up
01

ενθουσιάζω, παροτρύνω

to make someone excited, enthusiastic, or motivated, often for a particular purpose or activity 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
fire
ενεστώτας
fire up
γ΄ ενικό πρόσωπο
fires up
ενεστώτα μετοχή
firing up
απλός αόριστος
fired up
παθητική μετοχή
fired up
Παραδείγματα
The music at the concert fires up the crowd every time. 

Η μουσική στη συναυλία ενθουσιάζει το πλήθος κάθε φορά.

02

ανάβω, αρχίζω να καπνίζω

begin to smoke 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store