Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fire alarm
01
συναγερμός πυρκαγιάς, ανιχνευτής καπνού
a device that gives warning of a fire, by making a loud noise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fire alarms
Παραδείγματα
The fire alarm rang loudly, causing everyone in the building to exit quickly.
Ο συναγερμός πυρκαγιάς χτύπησε δυνατά, αναγκάζοντας όλους στο κτίριο να βγουν γρήγορα.
02
συναγερμός πυρκαγιάς, σήμα πυρκαγιάς
a signal, such as a bell, siren, or shout, used to alert people to the presence of a fire and prompt them to take immediate action
Παραδείγματα
A loud fire alarm shout from the security guard alerted the residents to the blaze.
Ένας δυνατός πυροσβεστικός συναγερμός που φώναξε ο φύλακας ειδοποίησε τους κατοίκους για τη φωτιά.



























