Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fire-eater
01
πυροσβέστης, μέλος της πυροσβεστικής υπηρεσίας
a member of a fire department who tries to extinguish fires
02
πυροπότης, καταπίνων φωτιά
a performer who entertains audiences by swallowing and extinguishing flames as part of an act
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fire-eaters
Παραδείγματα
The fire-eater mesmerized the crowd with daring displays of flame swallowing.
Ο πυροφάγος γοήτευσε το πλήθος με τολμηρές επιδείξεις κατάποσης φλόγας.
03
φιλοπόλεμος, γκρινιάρης
a belligerent grouch



























