finish line
fi
ˈfɪ
fi
nish
nɪʃ
nish
line
laɪn
lain
finishing line

Ορισμός και σημασία του "finish line"στα αγγλικά

01

γραμμή τερματισμού, γραμμή τέρματος

a marking or line indicating the end of a race or competition 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
finish lines
Παραδείγματα
The runner crossed the finish line first. 

Ο δρομέας διέσχισε τη γραμμή τερματισμού πρώτος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store