Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fingerprint
01
δακτυλικό αποτύπωμα, αποτύπωμα δακτύλου
a mark made by the unique pattern of lines on the tip of a person's finger, can be used to find out who has committed a crime
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fingerprints
Παραδείγματα
Fingerprint evidence played a crucial role in convicting the perpetrator of the murder.
Τα στοιχεία δακτυλικών αποτυπωμάτων έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην καταδίκη του δράστη της δολοφονίας.
02
δακτυλικό αποτύπωμα, ίχνος δακτύλου
a mark or smudge left by a finger, often dirty or accidental
Παραδείγματα
He noticed fingerprints on the clean glass.
Παρατήρησε δακτυλικά αποτυπώματα στο καθαρό γυαλί.
03
δακτυλικό αποτύπωμα, σημάδι
any feature, trait, or mark that uniquely identifies a person, object, or phenomenon
Παραδείγματα
Technology companies track digital fingerprints to identify users.
Οι τεχνολογικές εταιρείες παρακολουθούν ψηφιακά αποτυπώματα για την αναγνώριση των χρηστών.
to fingerprint
01
παίρνω αποτυπώματα δακτύλων, καταγράφω αποτυπώματα δακτύλων
to record or take an impression of a person's fingerprints for identification
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fingerprint
γ΄ ενικό πρόσωπο
fingerprints
ενεστώτα μετοχή
fingerprinting
απλός αόριστος
fingerprinted
παθητική μετοχή
fingerprinted
Παραδείγματα
He volunteered to be fingerprinted for identification purposes.
Εθελοντικά προσφέρθηκε να παραληφθούν τα δακτυλικά του αποτυπώματα για σκοπούς ταυτοποίησης.



























