Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Finding
01
εύρημα, ανακάλυψη
a piece of information discovered as a result of a research
Παραδείγματα
Their finding suggested that diet plays a major role in health outcomes.
Το εύρημά τους πρότεινε ότι η δίαιτα παίζει σημαντικό ρόλο στα αποτελέσματα της υγείας.
02
αποτέλεσμα, εύρημα
the result of investigating, researching, or calculating the properties, characteristics, or behavior of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
findings
Παραδείγματα
The scientist presented her findings at the conference.
Η επιστήμονας παρουσίασε τα ευρήματά της στη διάσκεψη.
03
απόφαση, κρίση
a judgment or decision reached by a court regarding matters of fact or law
Παραδείγματα
The appellate court reviewed the lower court 's finding.
Το εφετείο εξέτασε την απόφαση του κατώτερου δικαστηρίου.
Λεξικό Δέντρο
finding
find



























