Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to finalize
01
ολοκληρώνω, οριστικοποιώ
to complete or bring to a conclusion, typically by settling details or making decisions
Transitive: to finalize sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
finalize
γ΄ ενικό πρόσωπο
finalizes
ενεστώτα μετοχή
finalizing
απλός αόριστος
finalized
παθητική μετοχή
finalized
Παραδείγματα
They need to finalize the paperwork before the deadline.
Πρέπει να ολοκληρώσουν τα χαρτιά πριν από την προθεσμία.
Λεξικό Δέντρο
finalize
final



























