Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Finalist
01
τελικός
a participant who has reached the final stage or round of a competition
Παραδείγματα
She focused on maintaining her peak physical and mental condition as a finalist.
Συγκεντρώθηκε στη διατήρηση της τελικού κορυφαίας φυσικής και ψυχικής της κατάστασης.
Λεξικό Δέντρο
semifinalist
finalist
final



























