Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Filth
01
βρωμιά, ακαθαρσία
any substance that is dirty, disgusting, or unpleasant
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The abandoned building was overrun with filth, its floors littered with garbage and its walls coated in layers of grime.
Το εγκαταλειμμένο κτίριο ήταν γεμάτο βρωμιά, τα δάπεδά του ήταν γεμάτα σκουπίδια και οι τοίχοι του ήταν καλυμμένοι με στρώσεις βρωμιάς.
02
αποβράσματα, αχρείος
a dirty, corrupt, or morally repulsive person
προσβλητικό
Παραδείγματα
The filth embezzled money from the charity.
Η βρωμιά υπεξαίρεσε χρήματα από το φιλανθρωπικό ίδρυμα.
03
βρωμιά, ακαθαρσία
a state characterized by foul or disgusting dirt and refuse
04
βρωμιά, ακαθαρσία
the state of being covered with unclean things
Λεξικό Δέντρο
filthy
filth



























