Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to filter out
01
φιλτράρω, απομακρύνω
to remove or separate unwanted items or elements from a group
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
filter
ενεστώτας
filter out
γ΄ ενικό πρόσωπο
filters out
ενεστώτα μετοχή
filtering out
απλός αόριστος
filtered out
παθητική μετοχή
filtered out
Παραδείγματα
His sunglasses have special lenses that filter out harmful UV rays.
Τα γυαλιά ηλίου του έχουν ειδικούς φακούς που φιλτράρουν τις επιβλαβείς ακτίνες UV.



























