Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to filter out
01
φιλτράρω, απομακρύνω
to remove or separate unwanted items or elements from a group
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
filter
ενεστώτας
filter out
γ΄ ενικό πρόσωπο
filters out
ενεστώτα μετοχή
filtering out
απλός αόριστος
filtered out
παθητική μετοχή
filtered out
Παραδείγματα
The water filter is designed to filter out impurities and make it safe to drink.
Το φίλτρο νερού έχει σχεδιαστεί για να φιλτράρει τις ακαθαρσίες και να το κάνει ασφαλές για πίνεμα.



























