anagram
a
ˈæ
ā
nag
nəg
nēg
ram
ræm
rām

Ορισμός και σημασία του "anagram"στα αγγλικά

01

αναγραμματισμός, παιχνίδι λέξεων

any phrase or word that is made by shuffling the letters of another phrase or word 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
anagrams
Παραδείγματα
English teachers challenge students to analyze a poem and find its anagrams, hidden meanings revealed through rearranged letters. 

Οι δάσκαλοι αγγλικών προκαλούν τους μαθητές να αναλύσουν ένα ποίημα και να βρουν τα αναγράμματά του, κρυφές έννοιες που αποκαλύπτονται μέσω της αναδιάταξης των γραμμάτων.

to anagram
01

δημιουργώ αναγραμματισμό, κάνω αναγραμματισμό

read letters out of order to discover a hidden meaning 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
anagram
γ΄ ενικό πρόσωπο
anagrams
ενεστώτα μετοχή
anagramming
απλός αόριστος
anagrammed
παθητική μετοχή
anagrammed

Λεξικό Δέντρο

anagrammatic
anagrammatize
anagram
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store