anagram
a
ˈæ
αι
nag
ˌnəg
ναγκ
ram
ræm
ραιμ
/ˈænɐɡɹˌæm/

Ορισμός και σημασία του "anagram"στα αγγλικά

01

αναγραμματισμός, παιχνίδι λέξεων

any phrase or word that is made by shuffling the letters of another phrase or word
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
anagrams
Παραδείγματα
The word " listen " is an anagram of " silent. "
Η λέξη "ακούω" είναι ένα αναγραμματισμός της λέξης "σιωπηλός".
to anagram
01

δημιουργώ αναγραμματισμό, κάνω αναγραμματισμό

read letters out of order to discover a hidden meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
anagram
γ΄ ενικό πρόσωπο
anagrams
ενεστώτα μετοχή
anagramming
απλός αόριστος
anagrammed
παθητική μετοχή
anagrammed

Λεξικό Δέντρο

anagrammatic
anagrammatize
anagram
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store