Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fetus
01
έμβρυο, βλαστός
an offspring of a human or animal that is not born yet, particularly a human aged more than eight weeks after conception
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fetuses
Παραδείγματα
The ultrasound showed that the fetus was developing normally.
Ο υπέρηχος έδειξε ότι το έμβρυο αναπτυσσόταν κανονικά.
02
έμβρυο, ανώριμο άτομο
an immature, undeveloped, or pathetic person
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
The fetus threw a tantrum when he lost the game.
Το έμβρυο έκανε ξέσπασμα όταν έχασε το παιχνίδι.
Λεξικό Δέντρο
fetal
fetus



























