Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ferris wheel
01
παλιρροϊκός τροχός, τροχός του λούνα παρκ
a vertical rotating mechanism consisting of a large wheel with suspended seats that remain upright as the wheel rotates; provides a ride at an amusement park
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ferris wheels



























