Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fenland
01
βάλτος, υγρότοπος
low-lying wet land with grassy vegetation; usually is a transition zone between land and water
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fenlands



























