Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fenestella
01
φενεστέλα, μικρό παράθυρο
a small window or an opening in a wall, often found in ancient Roman architecture or classical styles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fenestellae



























