fellow worker
fe
ˈfɛ
fe
llow
ləʊ
lew
wor
wɜ:
ker

Ορισμός και σημασία του "fellow worker"στα αγγλικά

01

συνάδελφος, συμπαραστάτης

an associate that one works with 
fellow worker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fellow workers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store