Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Felicity
01
ευτυχία, κομψότητα
well-crafted manner, expression or style in communication, design or artistic endeavors
Παραδείγματα
The speaker addressed the audience with great felicity, mixing humor with insight in a very engaging way.
Ο ομιλητής απευθύνθηκε στο κοινό με μεγάλη ευφράδεια, συνδυάζοντας το χιούμορ με τη διορατικότητα με έναν πολύ ελκυστικό τρόπο.
02
ευτυχία, ευδαιμονία
a state of general well-being and prosperity in one's circumstances
Παραδείγματα
In the peaceful garden, she felt a sense of tranquility and felicity unlike anything in the city.
Στον ειρηνικό κήπο, ένιωσε μια αίσθηση ηρεμίας και ευτυχίας σαν τίποτα στην πόλη.
Λεξικό Δέντρο
infelicity
felicity



























