to federate
fe
ˈfɛ
φε
de
ντα
rate
reɪt
ρειτ

Ορισμός και σημασία του "federate"στα αγγλικά

to federate
01

ομοσπονδοποιώ, ενώνω

to join organizations, states, etc. together in form of an alliance or federation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
federate
γ΄ ενικό πρόσωπο
federates
ενεστώτα μετοχή
federating
απλός αόριστος
federated
παθητική μετοχή
federated
02

ομοσπονδοποιώ, ενώνω

to join together into a single unit for a common cause 
01

ομοσπονδιακός, συνομοσπονδιακός

united to form a large organization or government 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
politics, organization, government

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

federation
federate
federal
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store