Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to federate
01
ομοσπονδοποιώ, ενώνω
to join organizations, states, etc. together in form of an alliance or federation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
federate
γ΄ ενικό πρόσωπο
federates
ενεστώτα μετοχή
federating
απλός αόριστος
federated
παθητική μετοχή
federated
02
ομοσπονδοποιώ, ενώνω
to join together into a single unit for a common cause
federate
01
ομοσπονδιακός, συνομοσπονδιακός
united to form a large organization or government
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
federation
federate
federal



























