federalist
fe
ˈfɛ
fe
de
ra
list
lɪst
list

Ορισμός και σημασία του "federalist"στα αγγλικά

01

ομοσπονδιακός, υποστηρικτής του ομοσπονδιακού συστήματος

someone who supports sharing power between a central government and regional governments 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
federalists
Παραδείγματα
He is a federalist who supports shared government powers. 

Είναι φεντεραλιστής που υποστηρίζει κοινές κυβερνητικές εξουσίες.

02

ομοσπονδιακός, μέλος του ομοσπονδιακού κόμματος

a member of a former political party in the United States that favored a strong centralized federal government 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store