federal government
fe
ˈfɛ
φε
de
ντα
ral
rəl
ραλ
go
γκα
vern
vən
βαν
ment
mənt
μαντ

Ορισμός και σημασία του "federal government"στα αγγλικά

Federal government
01

ομοσπονδιακή κυβέρνηση, ομοσπονδιακή διοίκηση

the national government that holds significant authority over states or regions 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The federal government passed new healthcare laws. 

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ψήφισε νέους νόμους υγειονομικής περίθαλψης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store