Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Faucial tonsil
01
αμυγδαλή φάρυγγα, αμυγδαλή υπερώας
either of two masses of lymphatic tissue one on each side of the oral pharynx
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
faucial tonsils
LanGeek



























