Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fatwa
01
φάτουα, θρησκευτική απόφαση
a legal decision or statement made by an Islamic leader
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fatwas
LanGeek



























