fatwa
fat
ˈfæt
fāt
wa
wɑ:
vaa

Ορισμός και σημασία του "fatwa"στα αγγλικά

01

φάτουα, θρησκευτική απόφαση

a legal decision or statement made by an Islamic leader 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fatwas

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store