fast lane
fast
fɑ:st
faast
lane
leɪn
lein

Ορισμός και σημασία του "fast lane"στα αγγλικά

01

γρήγορη λωρίδα, αριστερή λωρίδα

the lane on a multi-lane road designated for vehicles traveling at higher speeds 
Dialect
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fast lanes
Παραδείγματα
She overtook the slower car by moving into the fast lane. 

Προσπέρασε το πιο αργό αυτοκίνητο μετακινώντας στη γρήγορη λωρίδα.

02

γρήγορη λωρίδα, βιαστικός τρόπος ζωής

a hectic and pressured lifestyle often characterized by recklessness or dissipation 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store