Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fast
01
γρήγορος, ταχύς
having a high speed when doing something, especially moving
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
fastest
συγκριτικός βαθμός
faster
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He had a fast response to emergency situations.
Είχε γρήγορη αντίδραση σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.
02
γρήγορος, ταχύς
at a rapid tempo
03
γρήγορος, προπορευόμενος
(used of timepieces) indicating a time ahead of or later than the correct time
04
γρήγορος, ευαίσθητος
(of a photographic lens or emulsion) causing a shortening of exposure time
05
πιστός, προσηλωμένος
unwavering in devotion to friend or vow or cause
06
σταθερός, ασφαλής
securely fixed in place
07
γρήγορος, βιαστικός
hurried and brief
08
αχαλίνωτος, ανεξέλεγκτος
unrestrained by convention or morality
09
ανθεκτικός, αμάραντος
resistant to destruction or fading
10
γρήγορος, ταχύς
(of surfaces) conducive to rapid speeds
fast
01
γρήγορα, ταχέως
in a rapid or quick way
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
She ran fast to catch the bus before it departed.
Έτρεξε γρήγορα για να πιάσει το λεωφορείο πριν φύγει.
02
στερεά, σφιχτά
firmly or closely
Fast
01
νηστεία, αποχή από τροφή
abstaining from food
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fasts
to fast
01
νηστεύω, τηρώ νηστεία
to go without food or drink for a period, often for religious or spiritual reasons
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fast
γ΄ ενικό πρόσωπο
fasts
ενεστώτα μετοχή
fasting
απλός αόριστος
fasted
παθητική μετοχή
fasted
Παραδείγματα
Muslims fast during the month of Ramadan.
Οι μουσουλμάνοι νηστεύουν κατά τη διάρκεια του μήνα Ραμαζανιού.
02
νηστεύω, απέχω από τροφή
abstain from certain foods, as for religious or medical reasons
Λεξικό Δέντρο
fastness
fast



























